- λαῖλαψ,-απος
- + ἡ N 3 0-0-1-2-4=7 Jer 32(25),32; Jb 21,18; 38,1; Wis 5,14.23whirlwind, hurricane Jer 32(25),32; whirlwind (offire) [τινος] Sir 48,9
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
λαίλαψ — λαῑλαψ, απος, ἡ (Α, Μ λαῑλαψ, ὁ) βλ. λαίλαπα … Dictionary of Greek
λαίλαπα — Ισχυρός άνεμος που αρχίζει και σταματά απότομα, αφού πνεύσει για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Συνήθως η απότομη αύξηση της δύναμης του ανέμου συνοδεύεται και από απότομη αλλαγή της διεύθυνσής του περίπου κατά 90° προς τα δεξιά στο βόρειο… … Dictionary of Greek
χρηματολαίλαψ — απος, ὁ, Μ (σχετικά με χρήματα) άρπαγας. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρῆμα, χρήματος + λαῖλαψ] … Dictionary of Greek